Κάποια στιγμή, σχεδόν όλοι έχουμε βρεθεί σε μια σχέση που μας άδειαζε. Το ξέραμε. Το νιώθαμε στο σώμα μας, στην ψυχή μας, στον τρόπο που ξυπνούσαμε πιο κουρασμένοι απ’ όσο κοιμηθήκαμε. Κι όμως, μέναμε. Μέρα με τη μέρα. Δίνοντας κι άλλο χρόνο, κι άλλη κατανόηση, κι άλλη ενέργεια.
Και το ερώτημα έρχεται αργά ή γρήγορα:
Γιατί;
Γιατί μένουμε εκεί που δεν ανθίζουμε;
Γιατί επιμένουμε σε σχέσεις που μας παίρνουν περισσότερα απ’ όσα μας δίνουν;
Η απάντηση δεν είναι απλή. Γιατί δεν μένουμε από αδυναμία. Μένουμε από ανάγκη. Από φόβο. Από ελπίδα.
Μένουμε γιατί κάποτε ήταν αλλιώς. Γιατί θυμόμαστε την αρχή. Εκείνες τις πρώτες στιγμές που νιώθαμε σημαντικοί, επιθυμητοί, επιλεγμένοι. Και κρατιόμαστε από αυτές σαν απόδειξη ότι «κάτι καλό υπάρχει ακόμα εδώ».
Η μνήμη γίνεται παγίδα.
Δεν αγαπάμε πάντα αυτό που ζούμε τώρα. Αγαπάμε αυτό που ήταν. Αυτό που θα μπορούσε να είναι. Αυτό που ελπίζουμε ότι θα ξαναγίνει.
Και έτσι δικαιολογούμε τα πάντα.
Την αδιαφορία.
Την απόσταση.
Την έλλειψη επικοινωνίας.
Τη μοναξιά μέσα στη σχέση.
Λέμε πως όλοι περνούν φάσεις. Πως οι σχέσεις δεν είναι πάντα εύκολες. Και είναι αλήθεια. Αλλά υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο «δύσκολο» και στο «εξαντλητικό».
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να προσπαθείς μαζί με κάποιον και στο να προσπαθείς μόνος.
Πολλές φορές μένουμε γιατί φοβόμαστε τη μοναξιά. Όχι τη μοναξιά όπως την ξέρουμε όταν είμαστε μόνοι μας, αλλά εκείνη τη σιωπηλή μοναξιά που έρχεται όταν χάνεται ένας άνθρωπος από τη ζωή σου. Όταν δεν έχεις πια κάποιον να στείλεις μήνυμα. Όταν δεν υπάρχει «εμείς».
Και αυτός ο φόβος είναι ανθρώπινος. Δεν θέλουμε να μείνουμε μόνοι. Δεν θέλουμε να νιώσουμε ότι αποτύχαμε. Δεν θέλουμε να ξεκινήσουμε από την αρχή.
Η αρχή τρομάζει.
Τρομάζει γιατί μας φέρνει αντιμέτωπους με εμάς. Με τα τραύματά μας. Με τα λάθη μας. Με τις επιλογές μας. Και είναι πιο εύκολο να μείνεις σε κάτι γνώριμο, έστω κι αν σε πληγώνει, παρά να ρισκάρεις το άγνωστο.
Μένουμε επίσης γιατί πιστεύουμε ότι αν αγαπήσουμε αρκετά, ο άλλος θα αλλάξει. Ότι αν δείξουμε υπομονή, κατανόηση, σταθερότητα, κάποια στιγμή θα μας δει. Θα μας εκτιμήσει. Θα μας ανταποδώσει.
Αλλά η αγάπη δεν λειτουργεί έτσι.
Δεν αλλάζει ανθρώπους που δεν θέλουν να αλλάξουν. Δεν γεμίζει συναισθηματικά άδειους ανθρώπους. Δεν θεραπεύει πληγές που ο άλλος αρνείται να κοιτάξει.
Και όσο εσύ δίνεις, τόσο εκείνος συνηθίζει. Όχι επειδή είναι κακός. Αλλά επειδή έτσι μαθαίνει. Μαθαίνει ότι εσύ θα είσαι εκεί, ό,τι κι αν γίνει. Και αυτό, χωρίς όρια, γίνεται ανισορροπία.
Μένουμε γιατί έχουμε μάθει να υποτιμάμε τις ανάγκες μας. Να λέμε ότι «δεν πειράζει». Να βάζουμε τον εαυτό μας δεύτερο. Να πιστεύουμε ότι το να ζητάς περισσότερα είναι εγωισμός.
Αλλά δεν είναι.
Είναι αυτοσεβασμός.
Μια σχέση που σε αδειάζει δεν το κάνει από τη μια μέρα στην άλλη. Σε αδειάζει σιγά σιγά. Με μικρές απουσίες. Με λόγια που δεν ειπώθηκαν. Με βλέμματα που δεν δόθηκαν. Και εσύ συνηθίζεις να ζεις με λιγότερα.
Μέχρι που μια μέρα καταλαβαίνεις ότι δεν έχει μείνει τίποτα να δώσεις.
Και τότε πονάει. Όχι μόνο για τη σχέση. Αλλά και για εσένα. Για το πόσο άντεξες. Για το πόσο έμεινες. Για το πόσο αγνόησες τον εαυτό σου.
Η έξοδος από μια τέτοια σχέση δεν είναι εύκολη. Γιατί δεν φεύγεις μόνο από έναν άνθρωπο. Φεύγεις από ένα κομμάτι της ζωής σου. Από συνήθειες. Από όνειρα. Από προσδοκίες.
Αλλά κάποια στιγμή χρειάζεται να ρωτήσεις τον εαυτό σου:
«Αν αυτό δεν αλλάξει ποτέ, μπορώ να ζήσω έτσι;»
Όχι με ελπίδες.
Όχι με υποσχέσεις.
Αλλά με την πραγματικότητα.
Και αν η απάντηση είναι όχι, τότε δεν φεύγεις επειδή δεν αγάπησες αρκετά. Φεύγεις επειδή αγάπησες και εσένα.
Οι σχέσεις δεν πρέπει να μας στραγγίζουν. Πρέπει να μας στηρίζουν. Να μας κάνουν να νιώθουμε ασφαλείς. Να μας δίνουν χώρο να είμαστε ο εαυτός μας.
Και αν κάποιος δεν μπορεί να σου το προσφέρει αυτό, δεν σημαίνει ότι δεν αξίζεις. Σημαίνει απλώς ότι δεν είναι ο σωστός άνθρωπος για σένα.
Μην φοβάσαι να φύγεις από ό,τι σε αδειάζει.
Να φοβάσαι μόνο να μείνεις τόσο πολύ, που να ξεχάσεις ποιος είσαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου